ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ

Τις τελευταίες δεκαετίες έχει σημειωθεί αξιόλογη πρόοδος στη μείωση της ρύπανσης από οχήματα. Η μείωση αυτή επιτεύχθηκε στα πλαίσια του στόχου της Ευρωπαϊκής Ένωσης να μειωθούν κατά 20% οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου τη δεύτερη περίοδο δέσμευσης του πρωτοκόλλου του Κιότο (2013 έως το 2020). Μάλιστα, σύμφωνα με την έκθεση «Trends and projections in Europe 2015» (Τάσεις και προβλέψεις στην Ευρώπη το 2015) που δημοσιεύτηκε από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος (ΕΟΠ), από το 1990 έως το 2014 το ποσοστό εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου παρουσίασε μείωση 23%.

Η βιομηχανία πετρελαίου έχει παίξει ουσιαστικό ρόλο στην επίτευξη αυτή, με σημαντική επένδυση στην παραγωγή καθαρότερων βενζινών και πετρελαίου, η οποία έδωσε τη δυνατότητα εφαρμογής νέων τεχνολογιών για τον καθαρισμό των μηχανών και των εξατμίσεων των οχημάτων. Όμως, η προσπάθεια εξεύρεσης τρόπων βελτίωσης της ποιότητας του αέρα αλλά και η ανάγκη για επίτευξη των στόχων για το 2020 οδηγεί στην μερική υποκατάσταση των καθιερωμένων καυσίμων αυτοκινήτων, όπως η βενζίνη και το πετρέλαιο, με εναλλακτικά ή ανανεώσιμα καύσιμα, στην ενίσχυση της ηλεκτροκίνησης και την εφαρμογή στρατηγικών εξοικονόμησης ενέργειας. Οι τρέχουσες πωλήσεις Εναλλακτικών ή Ανανεώσιμων καυσίμων, όπως το Υγραέριο, το Φυσικό Αέριο και τα Βιοκαύσιμα, είναι πλέον υπολογίσιμες σε σχέση με τις πωλήσεις των συμβατικών καυσίμων (βενζίνη και πετρέλαιο) και αυξάνονται συνεχώς καθώς βελτιώνονται οι τεχνολογίες χρήσης τους και δημιουργούνται οι απαραίτητες υποδομές. Η διάθεση Εναλλακτικών Καυσίμων πρέπει να εκτιμηθεί σε σχέση με τις περαιτέρω βελτιώσεις των συμβατικών καυσίμων που θα πραγματοποιηθούν στο εγγύς μέλλον.

  • Σαν Εναλλακτικά Καύσιμα θεωρούνται το Υγραέριο, το Φυσικό Αέριο, τα Γαλακτώματα και το Υδρογόνο -όταν αυτό δεν προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές.
  • Σαν Ανανεώσιμα Καύσιμα θεωρούνται τα Βιοκαύσιμα, τα Βιορευστά και το Υδρογόνο -όταν αυτό προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές.

ΥΓΡΑΕΡΙΟ
Το Υγραέριο, συστηματικά συμπεριλαμβάνεται στα Εναλλακτικά καύσιμα κίνησης (Alternative fuels) στις Οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με στόχο πάντα την βελτίωση της ποιότητας του περιβάλλοντος.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση μεταξύ άλλων μέτρων, εξέδωσε και την Οδηγία 2003/96 για τα ελάχιστα επίπεδα φορολόγησης των ενεργειακών προϊόντων.

Το Υγραέριο Κίνησης αποτελεί νόμιμο και θεμιτό εναλλακτικό καύσιμο, το οποίο προωθήθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση με την Οδηγία 2003/30/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 8ης Μαΐου 2003, με διττό στόχο:

  • την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών της Ευρώπης και
  • τη βελτίωση της ποιότητας του περιβάλλοντος.

Τα οφέλη που μπορούν να προκύψουν από την εναλλακτική χρήση υγραερίου σε κινητήρες αυτοκινήτων είναι πολλαπλά και σε διάφορους τομείς. Αναλυτικότερα ακολούθως παραθέτουμε τα κυριότερα:

  • Εναλλακτική λύση ιδιαίτερα για τους επαγγελματίες οδηγούς.
  • Μείωση των εκπεμπόμενων σωματιδίων από τα καυσαέρια. Το υγραέριο για κινητήρες αυτοκινήτων καλύπτει την προδιαγραφή Euro V.
  • Εναρμόνιση με τις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

ΦΥΣΙΚΟ ΑΕΡΙΟ
Το Φυσικό Αέριο είναι αέριο μείγμα κορεσμένων υδρογονανθράκων. Εξάγεται από υπόγειες κοιλότητες και θεωρείται οικολογικό καύσιμο εξαιτίας της υψηλής θερμογόνου του δύναμης, της μειωμένης περιβαλλοντικής επιβάρυνσης και της αποδοτικής του καύσης. Βασικό συστατικό του φυσικού αερίου είναι το μεθάνιο, συνυπάρχουν όμως σε αυτό και σημαντικές ποσότητες άλλων αερίων. Η πλήρης απελευθέρωση της Αγοράς Φυσικού Αερίου στη Χώρα μας προβλέπεται να ολοκληρωθεί το 2018, όπως προδιαγράφεται από τη νομοθεσία και κυρίως τον Νόμο 3428/2005.

Το Φυσικό Αέριο χρησιμοποιείται κυρίως για τη θέρμανση οικιών, την παραγωγή θερμότητας σε βιομηχανίες και για ηλεκτροπαραγωγή, προωθείται όμως ιδιαίτερα η χρήση του σε κινητήρες, είτε σαν Συμπιεσμένο Φυσικό Αέριο (CNG), κυρίως σε βαριά οχήματα, είτε σαν Υγροποιημένο Φυσικό Αέριο (LNG), κυρίως για την πρόωση πλοίων. Η χρήση του Φυσικού Αερίου σαν καύσιμο κίνησης απαιτεί σημαντικές επενδύσεις σε υποδομές, η διεθνής όμως νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος, η επάρκειά του -και λόγω της παραγωγής σχιστολιθικού αερίου (Shale Gas)- και το χαμηλό κόστος του οδηγούν στη δημιουργία τους.

ΒΙΟΚΑΥΣΙΜΑ
Σαν Βιοκαύσιμα ορίζονται τα καύσιμα που παράγονται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (κυρίως από ενεργειακές καλλιέργειες, αλλά και άλλα οργανικά υλικά). Παρέχοντας πολλά πλεονεκτήματα για τον κλάδο των μεταφορών, τα καύσιμα αυτά μπορούν να συμβάλουν στη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα των μέσων μεταφοράς. Τα Βιοκαύσιμα μειώνουν την εξάρτηση από το πετρέλαιο στον κλάδο των μεταφορών, συμβάλλοντας έτσι στην ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού. Επίσης, παρέχουν εναλλακτικές πηγές εισοδήματος στους αγρότες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τα Βιοκαύσιμα εμπίπτουν σε δυο κύριες κατηγορίες:

Συμβατικά Βιοκαύσιμα
Biodiesel
Το Βιοντίζελ είναι η εμπορική ονομασία των μεθυλεστέρων των λιπαρών οξέων (FAME), που παράγονται κυρίως από ελαιούχους σπόρους (ηλίανθος, ελαιοκράμβη, σόγια), καθώς και από ζωικά λίπη ή επαναχρησιμοποιημένα μαγειρικά έλαια. Το Βιοντίζελ υποκαθιστά το ορυκτό ντήζελ αυτούσιο ή σε μίγματα.

Βιοαιθανόλη
Σαν πρώτη ύλη για την παραγωγή Βιοαιθανόλης μπορούν να χρησιμοποιηθούν σακχαρούχα, κυτταρινούχα κι αμυλούχα φυτά (σιτάρι, καλαμπόκι, σόργο, τεύτλα, κ.ά). Η κύρια μέθοδος παραγωγής της είναι η ζύμωση των αμυλούχων – σακχαρούχων συστατικών για την παραγωγή αιθανόλης κι ο διαχωρισμός της από τα λοιπά συστατικά με απόσταξη. Η βιοαιθανόλη είτε αναμιγνύεται αυτούσια με την βενζίνη, είτε μετατρέπεται πρώτα σε αντικροτικό πρόσθετο (ΕΤΒΕ).

Βιοκαύσιμα δεύτερης γενιάς
Ο χαρακτηρισμός αναφέρεται σε αλκοόλες από λιγνικυτταρινούχες ενώσεις ή βιοκαύσιμα που παράγονται από εξαερωμένη βιομάζα (Biomass to Liquid). Προς το παρόν βρίσκονται σε ερευνητικό ή πιλοτικό - επιδεικτικό στάδιο.

Ευρωπαϊκή κατάσταση
Τον Μάϊο 2003, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υιοθέτησε την Οδηγία 2003/30/ΕΚ [ΕΚ, 2003] σχετικά με την προώθηση της χρήσης βιοκαυσίμων ή άλλων ανανεώσιμων καυσίμων για τις μεταφορές. Η Οδηγία έθετε συγκεκριμένο ελάχιστο ποσοστό βιοκαυσίμων σε αντικατάσταση του ντίζελ και της βενζίνης, το οποίο έχει τεθεί σε ισχύ από το 2005. Για το βιοντίζελ έχει θεσπιστεί πρότυπο (ΕΝ 14214), ενώ έχει τροποποιηθεί το πρότυπο του Ντίζελ (ΕΝ 590) ώστε να επιτρέπει την ανάμιξη. Αντίστοιχα, θεσπίστηκε και πρότυπο για την Βιοαιθανόλη (ΕΝ 15376), ενώ έχει τροποποιηθεί το πρότυπο της Βενζίνης (ΕΝ 228). Υπήρξε μια αλματώδης ανάπτυξη της παραγωγής και χρήσης βιοκαυσίμων στην Ε.Ε. σαν συνέπεια της Οδηγίας.

Η ενίσχυση των βιοκαυσίμων και γενικά των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, συνεχίστηκε με την έκδοση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή των Οδηγιών 28/2009 για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (Renewable Energy Directive) -η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 30/2003 - και 30/2009, η οποία αντικατέστησε την 70/98 για την ποιότητα των καυσίμων (Fuel Quality Directive). Οι Οδηγίες αυτές ορίζουν κριτήρια αειφορίας για τα βιοκαύσιμα, ποσοστά στόχους υποκατάστασης των συμβατικών καυσίμων για το 2020 και αντίστοιχα ποσοστά μείωσης για τα εκπεμπόμενα αέρια θερμοκηπίου (GHG) από τα διατιθέμενα στην Ε.Ε. καύσιμα. Η Οδηγία 28/2009 ορίζει ότι μέχρι το 2020 το 20% της καταναλισκόμενης ενέργειας στην Ε.Ε., αλλά και το 10% της ενεργειακής κατανάλωσης στις μεταφορές - δηλαδή το 10% της βενζίνης και του ντίζελ - θα πρέπει να προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Βασική προϋπόθεση για τα ανωτέρω, είναι να υπάρχουν βιοκαύσιμα β’ γενιάς με πιστοποιημένη αειφορία.

Η οδηγία 30/2009 αλλάζει τις προδιαγραφές στο Ντίζελ (ΕΝ590), ώστε να μπορεί να διανέμεται μείγμα βιοντίζελ 7% (Β7) και θέτει προδιαγραφές για την βενζίνη ως προς την τάση ατμών. Παράλληλα, παροτρύνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τυποποίησης (CEN) να προβεί στην έκδοση προτύπου για το Β10.

Στην Ελλάδα, έχει θεσπιστεί νομικό πλαίσιο για τα βιοκαύσιμα. Στα πλαίσιά του έχει τροποποιηθεί ο Νόμος 3054/2002, ώστε να καλύψει και τα βιοκαύσιμα, έχουν υιοθετηθεί τα ευρωπαϊκά πρότυπα και έχει ψηφιστεί ο Νόμος 3423/2005 που ενσωματώνει την Οδηγία 30/2003. Παράλληλα, ισχύει ετήσιο πρόγραμμα κατανομής ποσοτήτων βιοντίζελ, τις οποίες είναι υποχρεωμένα να παραλαμβάνουν, να αναμιγνύουν με συμβατικό ντήζελ και να προωθούν στις εταιρίες τα Διυλιστήρια. Με τον Νόμο 3653/2008 εντάσσεται και η Βιοαιθανόλη στον Νόμο 3423/2005. Με τροποποίηση του Νόμου 3054/2002 ενσωματώθηκαν οι Οδηγίες 28/2009 και 30/2009.

ΗΛΕΚΤΡΟΚΙΝΗΣΗ
Η ηλεκτροκίνηση προωθείται επίσης σημαντικά, ώστε να επιτευχθούν οι στόχοι για μείωση των εκπομπών έως το 2020. Θεωρείται ιδιαίτερα καθαρή λύση μια και δεν εκπέμπει ρύπους στις επιβαρυμένες πόλεις, αλλά και οικονομική. Τα βασικά εμπόδια για την ανάπτυξή της είναι η χαμηλή αυτονομία των ηλεκτροκίνητων οχημάτων, ο μεγάλος χρόνος επαναφόρτισης και η έλλειψη δημόσιων χώρων φόρτισης. Η τεχνολογία κινείται κυρίως στην εξέλιξη των συσσωρευτών, ώστε τα ηλεκτροκίνητα οχήματα να προσεγγίσουν τις επιδόσεις των οχημάτων που κινούνται με συμβατικά καύσιμα.

Στην Ελλάδα κυκλοφορούν σήμερα πολύ λίγα αμιγώς ηλεκτρικά αυτοκίνητα που ανήκουν κυρίως σε ΔΕΚΟ, δήμους, φορείς, αλλά και σε ιδιώτες. Από τη νομοθεσία προβλέπονται κίνητρα ενίσχυσης της ηλεκτροκίνησης, όπως η απαλλαγή καταβολής τέλους ταξινόμησης και τα μειωμένα ή μηδενικά τέλη κυκλοφορίας.

Η φόρτιση του ηλεκτρικού αυτοκινήτου μπορεί να γίνει στους ιδιωτικούς χώρους στάθμευσης με μία απλή ηλεκτρολογική εγκατάσταση. Ωστόσο, η φόρτιση αυτή είναι αργή και απαιτεί 7 με 8 ώρες. Για ταχύτερη φόρτιση απαιτείται ειδική εγκατάσταση. Ο Νόμος 4277/2014 επιτρέπει πλέον την μεταπώληση ηλεκτρικής ενέργειας για τη φόρτιση ηλεκτρικών αυτοκινήτων, επιτρέποντας την εγκατάσταση μη οικιακών φορτιστών και την ανάπτυξη δικτύων φόρτισης. Οι εγκαταστάσεις φορτιστών φιλοξενούνται σε πρατήρια υγρών καυσίμων, σε δημόσιους χώρους στάθμευσης, σε χώρους διοργάνωσης εκθέσεων, στο κτίριο των κεντρικών γραφείων της ΔΕΗ και σε δημοτικές εγκαταστάσεις.